Με βήμα γοργό, ανεβαίνω τη Φωκίωνος προς την πλατεία Κυψέλης για να προλάβω ανοιχτό το μαγαζί με τους απίθανους ξηρούς καρπούς. Οριακά τυχερή, μπουκάρω μέσα, παίρνω κυριολεκτικά “μια απ’ όλα” και αρχίζω να κατηφορίζω πάλι ανέμελα, βολτάροντας.

Χαζεύω γύρω-τριγύρω, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πότε στον κόσμο, πότε σε καμιά βιτρίνα και πότε στο ατέλειωτο τσούρμο από παιδάκια που παίζουν λες και δεν υπάρχει αύριο. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε δύο κάτασπρα, πανέμορφα, υπέρ το δέον περιποιημένα σκυλάκια. Είναι λες και έχουν ξεπηδήσει από παραμύθι. Το ένα μάλιστα έχει και μια κορδέλα κοριτσίστικη με έναν απίθανο ροζ πουά φιόγκο.

Η φαντασία μου καλπάζει. Νομίζω πως βρίσκομαι ξανά στη Νέα Υόρκη, και πως πίσω από μια γωνιά θα ξεπεταχτεί η νεαρή κοπέλα, που δουλειά της είναι να τα βγάζει βόλτα. Θα μπορούσε όντως να δουλεύει για μια πάμπλουτη κυρία της παλιάς καλής Αθήνας, από αυτές που δεν εγκατέλειψαν ποτέ το τεράστιο ρετιρέ τους στη Φωκίωνος. Είμαι τόσο βέβαιη για την φαντασίωσή μου που ψάχνω έντονα για να την εντοπίσω. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα, εκτός από τους δυο κυρίους που ρεμβάζουν στο παγκάκι.

“Ήσυχα Λούσυ”, φωνάζει ξαφνικά ο ένας απ’ αυτούς, και συνειδητοποιώ ότι είναι το αφεντικό της χιονάτης με την πουά κορδέλα. Μου κάνει τόση εντύπωση, που ασυνείδητα πλησιάζω ένα παγκάκι εκεί κοντά, κάθομαι, και παρατηρώ σιωπηλά, προσποιούμενη ότι τσεκάρω κάτι στο τηλέφωνό μου.

1
2
Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here