Με βήμα γοργό, ανεβαίνω τη Φωκίωνος προς την πλατεία Κυψέλης για να προλάβω ανοιχτό το μαγαζί με τους απίθανους ξηρούς καρπούς. Οριακά τυχερή, μπουκάρω μέσα, παίρνω κυριολεκτικά “μια απ’ όλα” και αρχίζω να κατηφορίζω πάλι ανέμελα, βολτάροντας.

Χαζεύω γύρω-τριγύρω, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πότε στον κόσμο, πότε σε καμιά βιτρίνα και πότε στο ατέλειωτο τσούρμο από παιδάκια που παίζουν λες και δεν υπάρχει αύριο. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε δύο κάτασπρα, πανέμορφα, υπέρ το δέον περιποιημένα σκυλάκια. Είναι λες και έχουν ξεπηδήσει από παραμύθι. Το ένα μάλιστα έχει και μια κορδέλα κοριτσίστικη με έναν απίθανο ροζ πουά φιόγκο.

Η φαντασία μου καλπάζει. Νομίζω πως βρίσκομαι ξανά στη Νέα Υόρκη, και πως πίσω από μια γωνιά θα ξεπεταχτεί η νεαρή κοπέλα, που δουλειά της είναι να τα βγάζει βόλτα. Θα μπορούσε όντως να δουλεύει για μια πάμπλουτη κυρία της παλιάς καλής Αθήνας, από αυτές που δεν εγκατέλειψαν ποτέ το τεράστιο ρετιρέ τους στη Φωκίωνος. Είμαι τόσο βέβαιη για την φαντασίωσή μου που ψάχνω έντονα για να την εντοπίσω. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα, εκτός από τους δυο κυρίους που ρεμβάζουν στο παγκάκι.

“Ήσυχα Λούσυ”, φωνάζει ξαφνικά ο ένας απ’ αυτούς, και συνειδητοποιώ ότι είναι το αφεντικό της χιονάτης με την πουά κορδέλα. Μου κάνει τόση εντύπωση, που ασυνείδητα πλησιάζω ένα παγκάκι εκεί κοντά, κάθομαι, και παρατηρώ σιωπηλά, προσποιούμενη ότι τσεκάρω κάτι στο τηλέφωνό μου.

Ο ένας είναι ένας Πολωνός, τον κάνω για 45άρη. Το τζίν, το δερμάτινο μπουφάν του και η χρυσή καδένα στο λαιμό, μαρτυρούν ότι είναι άνθρωπος της πιάτσας και της εργατιάς. Ο άλλος μου μοιάζει πιο πολύ για 60άρης. Ένας μικρομεσαίος κυριούλης, με το φθαρμένο του κουστούμι, κι ένα πουπουλένιο, χοντρό μπουφάν, που ίσως βαρέθηκε να φοράει ο γιος του. Και οι δύο, με το βλέμμα καρφωμένο στα κάτασπρα, πανέμορφα σκυλιά τους.

Η εικόνα κόντρα ρόλος. Τα αφεντικά είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, που εμφανώς τα βγάζουν πέρα τσίμα-τσίμα. Τα σκυλιά, όμως, είναι σαν να έχουν ξεπεταχτεί από το παλάτι του Μπάκινχαμ, συνηθισμένα σε πολυτέλειες. Με διεθνή βραβεία ομορφιάς σε καλλιστεία σκύλων και μια ντουζίνα εκπαιδευτές πάνω από το κεφάλι τους.

“Η Λούσυ είναι ράτσα American Eskimo. Είναι γκερμανικά αυτά αλλά έγκιναν γκνωστά στην Αμερική γιατί παίζανε στα τσίρκο, έχουν ισορροπία και κάνανε νούμερα”, λέει σε σπαστά, αλλά αρκετά καλά Ελληνικά ο Πολωνός. “Εμένα είναι Coton de Tulear, μάλλον Γαλλικής προελεύσεως. Tο χαρακτηριστικό τους είναι ότι αγαπούν τα παιδιά και είναι ιδανικά για οικογένεια”, απαντά ο Έλληνας. Συνεχίζουν τη συζήτηση τους για το τί τρώνε, πόσο συχνά τα πλένουν, και ποιες είναι οι συνήθειες τους. Η κάθε τους κουβέντα κρύβει τόση αγάπη που είναι σαν να τους δίνουν αυτά τα δύο ζωντανά νόημα ζωής.

Ξανακοιτάω τα σκυλιά της βασιλικής οικογένειας και τα φτωχικά αφεντικά τους για να θαυμάσω άλλη μια φορά την αντίθεση, την αγάπη και την ομορφιά της σκηνής. Σηκώνομαι από το παγκάκι. Πάω να φύγω, κάπως δειλά, αλλά το ξανασκέφτομαι. Συνειδητοποιώ ότι ο μεγαλόσωμος Πολωνός μπορεί να δείχνει βλοσυρός εκ πρώτης όψεως, αλλά βάζει πουά κορδέλα στο σκυλί του. Δεν αντέχω να μη γυρίσω προς το μέρος τους.

“Είναι πανέμορφα τα σκυλιά σας”, τους λέω. “Σαν ψεύτικα”. Το πρόσωπό τους φωτίζεται, λες και τους ανακοίνωσα ότι τα παιδιά τους πήραν υποτροφία για το Χάρβαρντ! Σχεδόν ταυτόχρονα με ευχαριστούν εγκάρδια και φεύγω ευχαριστημένη.

Μικρές στιγμές. Ίσως σ’ αυτές να βρίσκεται το όλο νόημα τελικά…

Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.