Η τελευταία Τετάρτη πριν από τις πρόσφατες εκλογές – του Ιανουαρίου, γιατί πλέον πρέπει να διευκρινίζουμε το μήνα απ’ ό,τι φαίνεται – με βρήκε να χαλαρώνω στο καφέ που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της Φωκίωνος. Ήταν δεν ήταν 12.30 το μεσημέρι. Είχα την τύχη να είμαι αδειούχος, υποχρεωτικά, αφού μου είχαν περισσέψει μέρες απ’ τον προηγούμενο χρόνο, αλλά και την ατυχία να μην μπορώ να τις χαρώ κάπου στις Άλπεις, ή έστω, στα Καλάβρυτα. Έτσι λοιπόν, εκείνη τη μέρα, χάρηκα την άδεια μου μ’ ένα βιβλιαράκι στο χέρι, πίνοντας καφέ στην αγαπημένη μου γειτονιά.

Αναπόσπαστη απ’ τους θορύβους του καφέ, ήμουν βυθισμένη στο βιβλίο μου για αρκετή ώρα, μέχρι που πήρε το αυτί μου μια ελαφρώς τρεμάμενη φωνή από ένα κοντινό τραπέζι. «Μια ζωή αναρχική ήσουν, Μαρίκα». Η χροιά της φωνής πρόδιδε μια εμφανώς μεγάλη ηλικία, κι εγώ δεν άντεξα στον πειρασμό να μην κοιτάξω. Ήθελα να δω με τα μάτια μου την αναρχική Μαρίκα!

Γύρισα λίγο δεξιά και είδα έναν καλοβαλμένο κύριο, ντυμένο στην τρίχα. Φορούσε ένα καφέ κουστούμι, με το ανοιχτό σακάκι του ν’ αποκαλύπτει το φρεσκοσιδερωμένο του πουκάμισο και με την τραγιάσκα του να συμπληρώνει το υπέροχο σύνολο. Τον έκανα τουλάχιστον ογδόντα πέντε ετών. Απέναντί του, μια σαφώς πιο απλά ντυμένη κυρία με άσπρο κοντό μαλλάκι, αντίστοιχης ηλικίας. Χαμογέλασα αυθόρμητα μόνη μου. Από εκείνη τη στιγμή, το βιβλίο υποβιβάστηκε σ’ έναν διακοσμητικό ρόλο βιτρίνας· το καμουφλάζ που μου χρειαζόταν, για να τρυπώσω ως απροσκάλεστος ακροατής στη συζήτησή τους, χωρίς φυσικά να το ξέρουν.

«Τι φοβάσαι, Άγη μου; Μη σου κόψουν την ήδη μειωμένη στο μισό σύνταξη που παίρνεις, ή μήπως χάσουμε τις καταθέσεις που δεν έχουμε;»

1
2
Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

2 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here