Πριν κάνα-δυο εβδομάδες βρέθηκα σ’ ένα από τα καλύτερα καφέ στη Φωκίωνος. Μπήκα σ’ ένα σχεδόν άδειο μαγαζί και, με όλη την άνεση της επιλογής, έκατσα ανενόχλητη σ’ έναν από τους υπέροχους καναπέδες. Παρήγγειλα τον αγαπημένο μου καπουτσίνο κι άρχισα να σερφάρω στο internet, περιμένοντας τον Αριστείδη.

Η θέση που διάλεξα ήταν ιδανική· απόμακρη, σ’ ένα από τα κρυφά σαλονάκια του μαγαζιού. Εκεί όπου συνήθως δεν πατάει κανείς. Έχω πάντα σαφή προτίμηση γι’ αυτό το μέρος, γιατί έχει λιγότερη κάπνα και γενικότερα μικρότερη πιθανότητα όχλησης όταν θες να απομονωθείς.

Διάβασα τα τελευταία νέα και χάζεψα μερικά από τα πάντα ενδιαφέροντα άρθρα της Athens Voice. Εντάξει, έριξα και μια ματιά στη μόδα μέσα από το κινητό μου. Πραγματικά χαιρόμουν την πλήρη απομόνωσή μου. Μέχρι που άκουσα κάποιον να έρχεται προς το μέρος μου.

Γύρισα, ελαφρώς ενοχλημένη, αλλά ταυτόχρονα και γεμάτη απορία. Και είδα έκπληκτη ότι, το δίπλα ακριβώς τραπέζι απ’ το δικό μου, είχε διαλέξει για πόστο του ένας καλοστεκούμενος κύριος. Πρέπει να ήταν άνω των 60, με το κοτλέ παντελονάκι του και το περιποιημένο του πουλόβερ.

«Γιατί», σκέφτηκα αμέσως. «Γιατί, με όλο το μαγαζί άδειο, έπρεπε να έρθει στο δικό μου σαλονάκι;»

Το μυαλό μου βρήκε αυτόματα δύο πιθανές εξηγήσεις. Η πρώτη ήταν ότι ήταν η μοίρα μου να γνωρίσω έναν ακόμη τέως γόη, που δεν έχει συμβιβαστεί με την ηλικία του και που θ’ άρχιζε σε λίγο να φλερτάρει μαζί μου. Η δεύτερη, και ίσως πιο πιθανή, ήταν ότι επρόκειτο απλώς για έναν μοναχικό κυριούλη, που ήθελε να πιάσει κουβέντα. Μέχρι θανάτου.

Ήμουν απολύτως σίγουρη ότι περί εμού ήταν η άφιξη, γι’ αυτό και ενστικτωδώς έλαβα μια στάση σώματος που μαρτυρούσε μια αποστροφή προς οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση. Προσποιήθηκα πως διαβάζω για λίγο, ενώ περίμενα το αναπόφευκτο opening line.

Προς έκπληξή μου, όμως, τίποτα. Μηδέν. Σιωπή. Αφού χαλάρωσα λίγο και αφέθηκα πίσω στο διάβασμα και τη σημαντικότατη έρευνά μου για τις τελευταίες τάσεις στα τακούνια, συνειδητοποίησα ότι πρέπει να είχε ήδη περάσει κάνα εικοσάλεπτο χωρίς να έχει γίνει η παραμικρή κίνηση εκ μέρους του νέου μου συγκάτοικου στο σαλονάκι. Και άρχισα δειλά-δειλά να κοιτάω προς το μέρος του.

Τα πρώτα πράγματα που παρατήρησα ήταν μια εκπληκτική πένα στο χέρι του κι ένα μαύρο δερμάτινο σημειωματάριο. Δεν γινόταν και διαφορετικά· ο κύριος του διπλανού τραπεζιού έγραφε μανιωδώς, πλήρως βυθισμένος στον οίστρο του. Σκέφτηκα πόσο σπάνια έχει γίνει μια τέτοια εικόνα πλέον στην εποχή μας, που ο καθένας μας χρησιμοποιεί ένα πληκτρολόγιο και μια οθόνη, όλων των διαστάσεων και τα δύο, αντί για μολύβι και χαρτί. Μια εικόνα, που θα έλεγες ξεπερασμένη και εκτός τόπου και χρόνου, αν δεν ήταν τόσο όμορφη και αυθεντική.

Συνέχισα να παρακολουθώ κρυφά τον κυριούλη, με ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η μια σελίδα διαδεχόταν την άλλη, σαν να του υπαγόρευε κάποιος το κείμενο. Είχε τέτοια συγγραφική ορμή, λες και φύλαγε όλα όσα έγραφε χρόνια ολόκληρα μες στο μυαλό του και σήμερα άξαφνα ξεκλείδωσαν. Μέχρι και το ποτήρι που έσπασε κατά λάθος η γκαρσόνα σχεδόν μπροστά μας δεν κατάφερε ν’ αποσπάσει την προσοχή του. Σαν να μην τ’ άκουσε καν, ούτε το βλέμμα του δεν σήκωσε.

Άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν είναι κανένας γνωστός συγγραφέας, αν μεγαλουργεί ή αν απλά γράφει το καθημερινό του ημερολόγιο. Αν γράφει καμία επιστολή μένους προς την κυβέρνηση, προς τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας του, ή προς την πρώην γυναίκα του. Ένα σωρό σενάρια περάσανε απ’ το μυαλό μου, αλλά επικρατέστερο απ’ όλα, λόγω του εκλεπτυσμένου παρουσιαστικού του, παρέμεινε αυτό του συγγραφέα. Ήταν, βλέπετε, και η ταχύτητα ένας παράγοντας. Ο νέος μου γείτονας έγραφε λες κι ήταν αποφασισμένος να ολοκληρώσει τριλογία χιλίων σελίδων σε πέντε καφέδες!

Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει θόρυβο σκοπίμως, προσπαθώντας να τραβήξω την προσοχή του. Τίποτα. Ένιωσα μια τρομερή ανάγκη ν’ ανταλλάξω τρεις-τέσσερις κουβέντες μαζί του για να μου λυθούν οι απορίες, να βγάλω τα πορίσματά μου. Προσπάθησα ξανά και ξανά, αλλά χωρίς την παραμικρή επιτυχία.

Το μυαλό μου με πήγε ολόκληρες γενιές πίσω, σε κάποιους μεγάλους λογοτέχνες και θεατρικούς συγγραφείς που έγραφαν σ’ αυτό ακριβώς το μέρος τα αριστουργήματα τους, κρατώντας σημειώσεις. Ένιωσα δέος με την ιδέα και μόνο. Σκέφτηκα πως έπρεπε να μάθω οπωσδήποτε το όνομά του, έτσι, για να λέω πως κάποτε τον γνώρισα τυχαία σ’ ένα καφέ.

Και μέσα σ’ όλο αυτό το παραλήρημα των σκέψεων, συνειδητοποίησα ότι η στάση του σώματός μου είχε πλέον αλλάξει τόσο, που ήταν σαν να βλέπω τηλεόραση με πρωταγωνιστή τον κύριο συγγραφέα. Μόνο στο τραπέζι του δεν είχα κάτσει. Μαζεύτηκα και κοκκίνισα, παρόλο που ο άνθρωπος δεν έχει παρατηρήσει καν την παρουσία μου.

Και βέβαια θυμήθηκα τις πρώτες σκέψεις μου, με την άφιξη του στον δικό μου χώρο, κι ένιωσα τουλάχιστον αστεία. Τελικά, υπήρχε όντως ένας ενοχλητικός στην παρέα μας, κι αυτός ήμουν εγώ. Εγώ, με τις προσπάθειες που έκανα για να κατευνάσω την περιέργειά μου. Για καλή του τύχη, ο συγγραφικός οίστρος του συμπαθέστατου κυρίου απομόνωσε και εκμηδένισε το περιβάλλον του. Κι εγώ έμεινα με την απορία αναπάντητη μέχρι και σήμερα.

Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.