Μόνο που εδώ στη Φωκίωνος, μαζί μ’ αυτές τις γνώριμες ομάδες ανθρώπων, βλέπεις και ηλικιωμένους ν’ απολαμβάνουν τη ζωή και τον ήλιο της Αττικής, ακριβώς όπως οι νέοι. Καλλωπισμένες κυρίες άνω των 75, με πέρλες και κραγιόν, κάθονται πλάι με τους καλοβαλμένους τους συζύγους και διαβάζουν από κοινού την εφημερίδα της ημέρας πίνοντας το καπουτσίνο τους. Ογδοντάχρονες φιλενάδες συζητούν ζωηρά για το τούρκικο σήριαλ, για τις συντάξεις τους και τα εγγόνια τους. Ανδροπαρέες γοητευτικών υπερηλίκων, με εξέχουσα χρήση της Ελληνικής γλώσσας, σχολιάζουν την θλιβερή οικονομική επικαιρότητα και αναλύουν εξωτερικές πολιτικές.

Αυτή η εικόνα είναι μοναδική. Με μια ματιά, αναβιώνεις την αστική τάξη της παλιάς Κυψέλης, μυρίζεις την αριστοκρατία της και τους εκλεπτυσμένους τρόπους της. Δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την όρεξή αυτών των ανθρώπων για τη ζωή, την παντελή έλλειψη παραίτησης. Την κοινωνικοποίησή τους και τον σεβασμό που εκφράζουν, και που φαίνεται από την περιποίηση που δείχνουν για τον εαυτό τους, μέχρι το ότι θα περιμένουν τον από πίσω τους όταν θα μπουν ή θα βγουν από το μαγαζί, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή.

Η φαντασία μου οργιάζει. Θέλω να τους ρωτήσω αν μένουν σε κάποιο ρετιρέ των 200 τετραγωνικών επί της Φωκίωνος, αν έκαναν θρυλικούς χορούς στα αχανή σαλόνια τους διασκεδάζοντας ως το πρωί, κι αν σύχναζαν στα ίδια αυτά καφέ πριν από πενήντα χρόνια, συναναστρεφόμενοι την ελίτ των πνευματικών ανθρώπων.

Και εκεί που βλέπω αυτές τις Βιεννέζικες εικόνες και ταξιδεύω μακριά, εμφανίζονται τα λαϊκά παιδιά με τις φραπεδιές τους και επιστρέφω στο σήμερα και το εδώ. Έλληνες και ξένοι, με την καδένα τους, τα στενά τους τζίν και το κομπολόι, μιλάνε για ποδόσφαιρο μασουλώντας το καλαμάκι του φραπέ, τσεκάροντας παράλληλα ό,τι κινείται γύρω τους και είναι γένους θηλυκού. Και τα κορίτσια, με τα πλούσια, μακριά, σκούρα ή κατάξανθα μαλλιά τους και τα τεράστια, βουτηγμένα στη χρυσόσκονη νύχια τους, κουτσομπολεύουν ασταμάτητα μέχρι να έρθει η στιγμή που θα μπει το αγαπημένο κομμάτι του Μαζωνάκη και θ’ αρχίσουν να τραγουδάνε μεταξύ τους, με πόνο και κέφι ταυτόχρονα.

Ακόμα όμως και αυτές οι εικόνες, αναδύουν το άρωμα της πολυπολιτισμικότητας. Τα λαϊκά στρώματα ανεξαρτήτως εθνότητας συνυπάρχουν και κάνουν παρέα, ανταλλάσσουν απόψεις, ερωτεύονται. Ο Αλβανός Τζεκ που δουλεύει σερβιτόρος στο σουβλατζίδικο και η Ελληνίδα Έλενα, κομμώτρια στη Φωκίωνος, γίνονται ζευγάρι και πίνουν ένα καφέ μαζί στο διάλειμμα της δουλειάς. Η Άντυ, η μπαργούμαν από το Βουκουρέστι, είναι κολλητή με τη Ντάνα από τη Βαρσοβία και συγκατοικούν με την Κατερίνα, που έχει έρθει από τα Πρέβεζα και δουλεύει στο κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών εδώ και πέντε χρόνια. Όλοι μια παρέα, με διαφορετικά ή και παρόμοια βιώματα, με κοινά όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον.

Και γύρω-γύρω από το πράσινο, νέοι και μεσήλικες, οικογένειες με παιδάκια. Γυμναστηριόφιλοι με φόρμες, γκέι με στενά μπλουζάκια, και κάποιες συγκλονιστικές φυσιογνωμίες που δοκιμάζουν τα όρια της μόδας καθημερινά. Όλοι μαζί, ξεχύνονται στον πεζόδρομο και σουλατσάρουν. Τρώνε ένα παγωτό, βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα, χαζεύουν ή ψωνίζουν. Και ένα ψιλόλιγνο ζευγαράκι πανέμορφων νέγρων, περπατάει αγκαλιά. Τους προσπερνάω και ακούω σε άπταιστα ελληνικά να σχολιάζουν κάτι ως «απαράδεκτο και απωθητικό». Και ασυναίσθητα χαμογελάω.…

1
2
3
Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here