Πλουραλισμός και Πολυπολιτισμικότητα της Φωκίωνος Νέγρη

Ο καταπράσινος πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη είναι περπάτημα πάνω σ’ ένα πολύχρωμο χαλί, με τόσα πολλά διαφορετικά σχέδια και σχήματα, που νιώθεις ότι διασχίζεις ολόκληρες περιοχές κι ηπείρους σε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο. Όλες οι «φυλές» της Ελλάδας, όλες οι ηλικιακές ομάδες και οι κοινωνικές τάξεις, όλες οι εθνικότητες, εμφανίζονται μία-μία μπροστά στο αχόρταγο βλέμμα μου. Εάν ήμουν κοινωνιολόγος, θα περνούσα άπειρες ώρες πάνω σ’ ένα παγκάκι στη Φωκίωνος και θα κατέγραφα συμπεριφορές.

Εδώ βλέπεις τη νεολαία, στριμωγμένη στα δυο-τρία πιο δημοφιλή μαγαζιά να πίνει ζωηρά τον καφέ της ημέρας. Νεανικά πρόσωπα, μοντέρνα ρούχα, extreme κουρέματα. Τσάντες με βιβλία, μουσικά όργανα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Γέλια, βρισιές, και δυνατές φωνές αναμιγνύονται ζωντανά στις ηλικίες αυτές, που εκπέμπουν μια ασυγκράτητη όρεξη να ρουφήξουν τη ζωή πάνω σε μια… καρέκλα! Όπως και σ’ όλα τα άλλα μέρη της Ελλάδας, η ίδια εικόνα των μαθητών λυκείου και των φοιτητών, των νέων που αναζητούν την ταυτότητα και την πυξίδα τους, επαναλαμβάνεται και στη Φωκίωνος Νέγρη.

Δίπλα τους, ίσως λίγο πιο κατευνασμένη, βρίσκεται η γενιά των νέων επαγγελματιών και εργαζομένων. Δικηγόροι, λογιστές, μεσίτες. Με τα καλοσιδερωμένα τους πουκάμισα και τις θερμές τους χειραψίες, ολοκληρώνουν τα ραντεβού και τις δουλειές τους και απολαμβάνουν το τελείωμα της εργασιακής τους ημέρας, πίνοντας έναν καφέ.

Μόνο που εδώ στη Φωκίωνος, μαζί μ’ αυτές τις γνώριμες ομάδες ανθρώπων, βλέπεις και ηλικιωμένους ν’ απολαμβάνουν τη ζωή και τον ήλιο της Αττικής, ακριβώς όπως οι νέοι. Καλλωπισμένες κυρίες άνω των 75, με πέρλες και κραγιόν, κάθονται πλάι με τους καλοβαλμένους τους συζύγους και διαβάζουν από κοινού την εφημερίδα της ημέρας πίνοντας το καπουτσίνο τους. Ογδοντάχρονες φιλενάδες συζητούν ζωηρά για το τούρκικο σήριαλ, για τις συντάξεις τους και τα εγγόνια τους. Ανδροπαρέες γοητευτικών υπερηλίκων, με εξέχουσα χρήση της Ελληνικής γλώσσας, σχολιάζουν την θλιβερή οικονομική επικαιρότητα και αναλύουν εξωτερικές πολιτικές.

Αυτή η εικόνα είναι μοναδική. Με μια ματιά, αναβιώνεις την αστική τάξη της παλιάς Κυψέλης, μυρίζεις την αριστοκρατία της και τους εκλεπτυσμένους τρόπους της. Δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την όρεξή αυτών των ανθρώπων για τη ζωή, την παντελή έλλειψη παραίτησης. Την κοινωνικοποίησή τους και τον σεβασμό που εκφράζουν, και που φαίνεται από την περιποίηση που δείχνουν για τον εαυτό τους, μέχρι το ότι θα περιμένουν τον από πίσω τους όταν θα μπουν ή θα βγουν από το μαγαζί, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή.

Η φαντασία μου οργιάζει. Θέλω να τους ρωτήσω αν μένουν σε κάποιο ρετιρέ των 200 τετραγωνικών επί της Φωκίωνος, αν έκαναν θρυλικούς χορούς στα αχανή σαλόνια τους διασκεδάζοντας ως το πρωί, κι αν σύχναζαν στα ίδια αυτά καφέ πριν από πενήντα χρόνια, συναναστρεφόμενοι την ελίτ των πνευματικών ανθρώπων.

Και εκεί που βλέπω αυτές τις Βιεννέζικες εικόνες και ταξιδεύω μακριά, εμφανίζονται τα λαϊκά παιδιά με τις φραπεδιές τους και επιστρέφω στο σήμερα και το εδώ. Έλληνες και ξένοι, με την καδένα τους, τα στενά τους τζίν και το κομπολόι, μιλάνε για ποδόσφαιρο μασουλώντας το καλαμάκι του φραπέ, τσεκάροντας παράλληλα ό,τι κινείται γύρω τους και είναι γένους θηλυκού. Και τα κορίτσια, με τα πλούσια, μακριά, σκούρα ή κατάξανθα μαλλιά τους και τα τεράστια, βουτηγμένα στη χρυσόσκονη νύχια τους, κουτσομπολεύουν ασταμάτητα μέχρι να έρθει η στιγμή που θα μπει το αγαπημένο κομμάτι του Μαζωνάκη και θ’ αρχίσουν να τραγουδάνε μεταξύ τους, με πόνο και κέφι ταυτόχρονα.

Ακόμα όμως και αυτές οι εικόνες, αναδύουν το άρωμα της πολυπολιτισμικότητας. Τα λαϊκά στρώματα ανεξαρτήτως εθνότητας συνυπάρχουν και κάνουν παρέα, ανταλλάσσουν απόψεις, ερωτεύονται. Ο Αλβανός Τζεκ που δουλεύει σερβιτόρος στο σουβλατζίδικο και η Ελληνίδα Έλενα, κομμώτρια στη Φωκίωνος, γίνονται ζευγάρι και πίνουν ένα καφέ μαζί στο διάλειμμα της δουλειάς. Η Άντυ, η μπαργούμαν από το Βουκουρέστι, είναι κολλητή με τη Ντάνα από τη Βαρσοβία και συγκατοικούν με την Κατερίνα, που έχει έρθει από τα Πρέβεζα και δουλεύει στο κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών εδώ και πέντε χρόνια. Όλοι μια παρέα, με διαφορετικά ή και παρόμοια βιώματα, με κοινά όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον.

Και γύρω-γύρω από το πράσινο, νέοι και μεσήλικες, οικογένειες με παιδάκια. Γυμναστηριόφιλοι με φόρμες, γκέι με στενά μπλουζάκια, και κάποιες συγκλονιστικές φυσιογνωμίες που δοκιμάζουν τα όρια της μόδας καθημερινά. Όλοι μαζί, ξεχύνονται στον πεζόδρομο και σουλατσάρουν. Τρώνε ένα παγωτό, βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα, χαζεύουν ή ψωνίζουν. Και ένα ψιλόλιγνο ζευγαράκι πανέμορφων νέγρων, περπατάει αγκαλιά. Τους προσπερνάω και ακούω σε άπταιστα ελληνικά να σχολιάζουν κάτι ως «απαράδεκτο και απωθητικό». Και ασυναίσθητα χαμογελάω.…

Στο επόμενο τετράγωνο, υποδέχομαι την επόμενη «φυλή». Αυτήν που τρώει στα εκλεπτυσμένα μεζεδοπωλεία κι επιλέγει την περιοχή της Κυψέλης, ως πιο προχωρημένη, εκτός του mainstream. Νέοι καλοντυμένοι, με επιμελώς ατημέλητο χτένισμα κι αριστερίζουσα φιλοσοφία. Με χρώματα έντονα, τσιγάρα στριφτά, κι απόψεις άκρως ηχηρές. Θα μπορούσαν να είναι στα Εξάρχεια, στην Καρύτση ή στα Πετράλωνα, αλλά είναι εδώ. Διασκεδάζουν μαζί με οικογένειες και μεγάλες παρέες διαφορετικών ηλικιών, τρώγοντας και πίνοντας τσίπουρο μέχρι όσο αντέξουν. Άξονας της βραδιάς τους είναι η παρέα κι η κουβέντα. Και αν τραβήξει η παρέα, οι μπύρες σ’ ένα από τα ροκάδικα της περιοχής είναι επιβεβλημένες.

Και πάνω-πάνω, λίγο πριν απ’ την πλατεία Κυψέλης, οι ξένοι έχουν τα ινία. Με άσπρα φανελάκια και άνετες φόρμες, με μπύρες ή παιδάκια στα χέρια, όρθιοι ή καθιστοί. Χωρισμένοι σε διαφορετικές παρέες, ανταλλάσσουν κι αυτοί τις απόψεις τους. Στα μάτια ενός Έλληνα που θα βρεθεί άξαφνα εκεί, αυτή η εικόνα ίσως φανεί απειλητική, λόγω του φόβου για το διαφορετικό. Γιατί η εικόνα του διαφορετικού εδώ είναι ωμή. Είναι η εικόνα των εργατών που μοχθούν για το μεροκάματο της μέρας, που κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι. Κι έχουν σαν διέξοδό τους το φυσικό αυτό πάρκο της Φωκίωνος. Δεν χαλάνε τα λεφτά τους σε καφετέριες και σουβλατζίδικα. Τα μαγαζιά αυτά αποτελούν απαγορευτικές πολυτέλειες γι’ αυτούς, μιας και τα χρήματα που βγάζουν πρέπει να σταλούν πίσω στην πατρίδα τους. Απολαμβάνουν όμως την παρέα των ομοίων τους. Των άλλων μεταναστών, που κατάκοποι κι αυτοί από τη δουλειά, περιμένουν αυτή την καθημερινή συνάντηση στο πάρκο. Αυτή είναι η δική τους έξοδος και διασκέδαση της ημέρας.

Τα παιδάκια όλων των χρωμάτων λυσσάνε στο ποδόσφαιρο. Οι γονείς, με τ’ άγρυπνα βλέμματά τους πάνω τους, παίρνουν ανάσες ηρεμίας. Οι Έλληνες ροκάδες, με τις χαίτες τους, τρυπώνουν στο γνωστό ροκάδικο. Φωκίωνος Νέγρη, αυθεντική γειτονιά. Με πραγματικούς ανθρώπους, που όλοι ανήκουν στην ίδια ευρύτερη οικογένεια και συνυπάρχουν αρμονικά, παρά τη διαφορετικότητά τους.

Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.