Από τη Ζακύνθου παίρνω κάτω την Κυψέλης και στρίβω δεξιά Κεφαλληνίας. Περνάω απέξω από το ΙΚΑ και χαμογελάω που είναι άδειο, γιατί το ‘χω συνδυάσει με ατέλειωτες ουρές τις πρώτες πρωινές ώρες. Σε λίγο, αντιθέτως, ο κόσμος θ’ αρχίσει να μαζεύεται λίγο πιο κάτω, στα δυο θέατρα του δρόμου.

Πιάνω τη Δροσοπούλου κι ενστικτωδώς θυμάμαι ότι σ’ αυτό το ύψος είναι η πολυκατοικία όπου έζησε ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Πλησιάζοντας προς τη Φωκίωνος, βλέπω έναν μπροστινό να ξεπαρκάρει, δώρο εξ ουρανού, και μπαίνω. Θα είμαι στην ώρα μου στο ραντεβού.

Τα παιδιά στο κομμωτήριο πάντα πρόσχαρα. Γρήγοροι αλλά και πολύ καλοί στη δουλειά τους, με τη μουσική στο background να παίζει τα κατάλληλα beats να με κρατάνε σε εγρήγορση. Στο μισάωρο πάνω έχουμε τελειώσει και πληρώνω. Πίσω πάλι στο αυτοκίνητο για τα τελευταία ραντεβού, είμαι πλέον σίγουρος ότι θα τα προλάβω όλα.

Διασχίζω πάλι τη Φωκίωνος από τη Δροσοπούλου κι ανεβαίνω δεξιά τη Λέλας Καραγιάννη. Ο πλέον κατάλληλος δρόμος όταν οδηγείς, γιατί έχεις προτεραιότητα παντού, προσέχοντας πάντα βέβαια για διερχόμενα φαντασματάκια, καθώς οι κανόνες φαίνονται να μην τα πιάνουν. Παρκάρω ψηλά και πετάγομαι για δυο λεπτά στο δεύτερο διαμέρισμα, όπου με περιμένει η άλλη μου ενοικιάστρια για να μου πληρώσει το ενοίκιο. Εκείνη είναι πάντα γελαστή και τυπικότατη, παρ’ όλες τις αντιξοότητες που τις έχει φέρει η ζωή. Αφού τσεκάρω ότι είναι ευχαριστημένη και δεν υπάρχει κανένα θέμα στην πολυκατοικία ή στο διαμέρισμα, τη χαιρετάω και μπαίνω πάλι στο αυτοκίνητο.

Η Λέλας Καραγιάννη μετονομάζεται σε Σκοπέλου μετά το ύψος της Φωκίωνος, κι εγώ στρίβω αριστερά στην Καλογερά, ένα μικρό στενάκι που οδηγεί στην πλατεία Κυψέλης. Παρκάρω έξω ακριβώς από το Πολιτιστικό Κέντρο της Κυψέλης. Καβαλάω το πεζοδρόμιο αλλά ίσα-ίσα, για να είμαι δίκαιος και προς τους πεζούς, και προς τ’ αυτοκίνητα που θα ‘ρθουν, αλλά και προς το αυτοκινητάκι μου σε περίπτωση που θα διέλθει κάποιος ασυνείδητος ή νέος οδηγός.

Η στάση είναι ολιγόλεπτη ούτως ή άλλως, για ξηρούς καρπούς στο καταπληκτικό μαγαζί στην γωνία της πλατείας. Ξαναμπαίνω μέσα στο αμάξι, και βγαίνω στην πλατεία. Κάνω τον κύκλο της και παίρνω την Κύπρου, στο δρόμο για το σπίτι. Περνάω την Αγίας Ζώνης και στρίβω αριστερά στην Επτανήσου, παίρνοντάς την από την αρχή. Για κάποιο λόγο, αυτό είναι το αγαπημένο μου σημείο οδηγώντας στην περιοχή, και κοιτάω πάντα στον καθρέφτη πίσω μου ασυναίσθητα τον τοίχο του Ασύλου Ανιάτων, όπου σταματάει ο δρόμος.

Διασχίζω τη Φωκίωνος για μια τελευταία φορά και βρίσκομαι έξω από το καταπληκτικό ζαχαροπλαστείο. Μια άδεια θέση μου κλείνει το μάτι και μπαίνω στον πειρασμό να μπω για ν’ αγοράσω κάτι, αλλά σκέφτομαι ότι όλα μου ήρθανε κουτί, σ’ αυτή τη δίωρη αποστολή μου, και σαν ανταπόδοση στον εαυτό μου σήμερα θα κρατηθώ.

1
2
3
Κοινοποίηση
aristos@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here