Με το πεδίο ελεύθερο, πιάνω Δροσοπούλου και στρίβω δεξιά στη Θήρας, ψάχνοντας για θέση να παρκάρω. Η πρώτη στάση είναι το καθαριστήριο και το καλύτερο σενάριο είναι να ‘χει θέση απέξω. Δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα βέβαια και είμαι απόλυτα ευχαριστημένος με την αμέσως επόμενη καλύτερη λύση. Τη θέση στη Θήρας δίπλα, που είναι κρατημένη για συγκεκριμένη πινακίδα. Η δουλειά μου δε θα πάρει πάνω από ένα δίλεπτο, μπορώ να το αφήσω με alarm χωρίς να εμποδίσω τους διερχόμενους, κι αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του είμαι στα δέκα μέτρα.

Αρχίσαμε πολύ καλά. Ξεπαρκάρω κι ανεβαίνω τη Θήρας ως το τέρμα της στην Επτανήσου. Στρίβω δεξιά και διασχίζω τον πεζόδρομο, πηγαίνοντας αργά, τόσο για να προσέχω τους πεζούς όσο και για να επιμηκύνω το χρόνο μου στο υπέροχο σημείο αυτό για λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα. Η επόμενη στάση μου είναι κοντά στη Δημοτική Αγορά και η καλύτερη προσέγγιση είναι από τη Σποράδων. Στρίβω αριστερά στην Αγίου Μελετίου κι ανηφορίζω δυο τετράγωνα.

Με το που πιάνω τη Σποράδων, τα μάτια μου τσεκάρουν για κενά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα μπροστά, χωρίς να με μπερδεύει το κενό αριστερά, αφού ξέρω ότι είναι γκαράζ. Εδώ ατύχησα, θέση πουθενά. Φτάνοντας στη γωνιά της Σύρου, έχω τρεις επιλογές. Αριστερά, ευθεία και δεξιά. Οι δυο πρώτες θα με στείλουν πάλι κάτω και σε κύκλο, κι οι πιθανότητες για θέση θα ‘ναι λίγες, γι’ αυτό και στρίβω πάνω δεξιά.
Το σημείο αυτό της Σύρου, αυτά τα 20 μέτρα πίσω από την Αγορά, είναι ένα ακόμα που προσέχεις, Mrs Pacman, αν είσαι κάτοικος της περιοχής και ξέρεις. Γιατί μπορεί ο νόμος να είναι με το μέρος σου αν ανεβαίνεις προς πλατεία Κυψέλης, παρ’ όλα αυτά μπορεί να σου ‘ρθει καταπάνω σου οποιοσδήποτε κι από παντού. Παπάκι ή αυτοκίνητο, απ’ την Σποράδων αριστερά ή τη Σποργίλου δεξιά.

Πιάνω τη Ζακύνθου και σε λίγα μέτρα η τύχη μου χαμογελάει. Βρήκα θέση ακριβώς απέξω από την πολυκατοικία που ήθελα, το πρώτο από τα δυο μου διαμερίσματα που πρέπει να επισκεφθώ απόψε. Η ενοικιάστριά μου είναι λίγο δύστροπη κι έχω υπολογίσει παραπάνω χρόνο εδώ, για να μου δείξει το πρόβλημα που έχει η τέντα στο μπαλκόνι, αλλά ως εκ θαύματος τη βρίσκω σε καλά κέφια και σε πέντε λεπτά έχω τελειώσει.

Το επόμενο μου ραντεβού είναι σ’ ένα μισάωρο, για ένα γρήγορο κουρεματάκι στα παιδιά κάτω στη Δροσοπούλου, και τέτοια παραθυράκια χρονικά δε λέει να παν χαμένα. Στα λίγα μέτρα από εδώ που είμαι είναι η αγαπημένη μου μπυραρία, η οποία εκτός των άλλων σερβίρει καταπληκτικό καφέ. Με το αυτοκίνητο εξασφαλισμένο στη Ζακύνθου, γίνομαι πεζός και ανεβαίνω τη Φωκίωνος.

Με το που με βλέπει ο ιδιοκτήτης, που είναι πλέον καλός φίλος, κοιτάει το ρολόι του, σαν να μου λέει ότι είμαι πολύ αργά ή πολύ νωρίς. «Καφεδάκι», του φωνάζω αράζοντας σ’ έναν απ’ τους καναπέδες έξω-έξω, και τον χάνω στιγμιαία από τα μάτια μου καθώς σκύβει κι ανεβάζει τη μουσική. Σταθερή αξία η γειτονιά. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στους μεσημεριανούς και τους βραδινούς πελάτες του μαγαζιού, δεν υπάρχει ανάγκη να μπεις σε λεπτομέρειες για τις προτιμήσεις σου, γευστικές ή μουσικές. Καθόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε τα νέα μας για λίγο, το μισάωρο φεύγει, κι εγώ είμαι καθοδόν για κούρεμα.

1
2
3
Κοινοποίηση
aristos@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here