Η Mrs Pacman στη Φωκίωνος Νέγρη

Τρίτη απόγευμα και η εβδομάδα μπήκε δυνατά. Από χθες βάζουμε τις τελευταίες πινελιές με τη Μαρίνα για το site της Φωκίωνος, που ετοιμάζεται να βγει στον αέρα, και ταυτόχρονα οι εξωτερικές δουλειές μου έχουν αρχίσει να μαζεύονται. Η εβδομάδα είναι κουτσή κι ο περισσότερος κόσμος ήδη σκέφτεται τις επικείμενες γιορτές, γι’ αυτό τα περιθώρια γι’ αναβολές είναι μικρά. Έχω ένα δίωρο ελεύθερο μπροστά μου και πρέπει να το εκμεταλλευθώ στο έπακρο. Αναπόφευκτα, θα προσφύγω στη λύση του αυτοκινήτου.

Στρίβω στη Φωκίωνος Νέγρη από την Πατησίων. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι το πρώτο αυτό τετράγωνο, που δεν πεζοδρομήθηκε ποτέ, είναι το αδικημένο αυτού του δρόμου. Κρίμα να ‘χεις διεύθυνση «Φωκίωνος» και να μην χαίρεσαι το πράσινο και τον πεζόδρομο κατευθείαν από την είσοδο της πολυκατοικίας σου. Η ζωή είναι όμως ισορροπία τύχης και ατυχίας, και η αποψινή μου στροφή μάλλον τείνει προς το πρώτο. Γιατί μπορεί να έχω το πολυμίσητο λεωφορείο-φυσαρμόνικα μπροστά μου, αλλά ευτυχώς κανένας ασυνείδητος δεν έχει παρκάρει έξω απ’ τα Goody’s, άρα η καθυστέρηση θα’ ναι μικρή.

Είμαι πρώτος στη σειρά στο φανάρι της Αγαθουπόλεως κι ανάβει πράσινο, αλλά το φεύγα θέλει ηρεμία και προσοχή. Αν φύγεις πιο φορτσάτος, μπορεί και να βρεθείς παρμπρίζ με παρμπρίζ με κάποιον που έφυγε από την Δροσοπούλου καθυστερημένα και στρίβει αριστερά για Πατησίων. Είναι ένα από αρκετά σημεία στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης, που για λίγα μέτρα παίζουν και οι δύο κατευθύνσεις.

Άλλες εποχές, πριν την κρίση, η ιδέα και μόνο μιας τέτοιας βόλτα με αυτοκίνητο στην Κυψέλη θα ήταν απαγορευτική. Το παρκάρισμα τότε έμοιαζε μ’ ένα παιχνίδι Tetris, με τους οδηγούς να προσπαθούν να εκμεταλλευθούν το ελάχιστο του χώρου. Σήμερα, μπορεί η περιοχή να μην είναι εύκολη, ιδίως για κάποιον που έχει συνηθίσει στην άπλα των προαστίων, αλλά το παιχνίδι σίγουρα έχει αλλάξει. Και μου μοιάζει πιο πολύ με Mrs Pacman, γιατί ο μόνος κίνδυνος είναι να σου πεταχτεί κάνα παπάκι σαν άλλο φαντασματάκι από εκεί που δεν το περιμένεις.

Με το πεδίο ελεύθερο, πιάνω Δροσοπούλου και στρίβω δεξιά στη Θήρας, ψάχνοντας για θέση να παρκάρω. Η πρώτη στάση είναι το καθαριστήριο και το καλύτερο σενάριο είναι να ‘χει θέση απέξω. Δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα βέβαια και είμαι απόλυτα ευχαριστημένος με την αμέσως επόμενη καλύτερη λύση. Τη θέση στη Θήρας δίπλα, που είναι κρατημένη για συγκεκριμένη πινακίδα. Η δουλειά μου δε θα πάρει πάνω από ένα δίλεπτο, μπορώ να το αφήσω με alarm χωρίς να εμποδίσω τους διερχόμενους, κι αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του είμαι στα δέκα μέτρα.

Αρχίσαμε πολύ καλά. Ξεπαρκάρω κι ανεβαίνω τη Θήρας ως το τέρμα της στην Επτανήσου. Στρίβω δεξιά και διασχίζω τον πεζόδρομο, πηγαίνοντας αργά, τόσο για να προσέχω τους πεζούς όσο και για να επιμηκύνω το χρόνο μου στο υπέροχο σημείο αυτό για λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα. Η επόμενη στάση μου είναι κοντά στη Δημοτική Αγορά και η καλύτερη προσέγγιση είναι από τη Σποράδων. Στρίβω αριστερά στην Αγίου Μελετίου κι ανηφορίζω δυο τετράγωνα.

Με το που πιάνω τη Σποράδων, τα μάτια μου τσεκάρουν για κενά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα μπροστά, χωρίς να με μπερδεύει το κενό αριστερά, αφού ξέρω ότι είναι γκαράζ. Εδώ ατύχησα, θέση πουθενά. Φτάνοντας στη γωνιά της Σύρου, έχω τρεις επιλογές. Αριστερά, ευθεία και δεξιά. Οι δυο πρώτες θα με στείλουν πάλι κάτω και σε κύκλο, κι οι πιθανότητες για θέση θα ‘ναι λίγες, γι’ αυτό και στρίβω πάνω δεξιά.
Το σημείο αυτό της Σύρου, αυτά τα 20 μέτρα πίσω από την Αγορά, είναι ένα ακόμα που προσέχεις, Mrs Pacman, αν είσαι κάτοικος της περιοχής και ξέρεις. Γιατί μπορεί ο νόμος να είναι με το μέρος σου αν ανεβαίνεις προς πλατεία Κυψέλης, παρ’ όλα αυτά μπορεί να σου ‘ρθει καταπάνω σου οποιοσδήποτε κι από παντού. Παπάκι ή αυτοκίνητο, απ’ την Σποράδων αριστερά ή τη Σποργίλου δεξιά.

Πιάνω τη Ζακύνθου και σε λίγα μέτρα η τύχη μου χαμογελάει. Βρήκα θέση ακριβώς απέξω από την πολυκατοικία που ήθελα, το πρώτο από τα δυο μου διαμερίσματα που πρέπει να επισκεφθώ απόψε. Η ενοικιάστριά μου είναι λίγο δύστροπη κι έχω υπολογίσει παραπάνω χρόνο εδώ, για να μου δείξει το πρόβλημα που έχει η τέντα στο μπαλκόνι, αλλά ως εκ θαύματος τη βρίσκω σε καλά κέφια και σε πέντε λεπτά έχω τελειώσει.

Το επόμενο μου ραντεβού είναι σ’ ένα μισάωρο, για ένα γρήγορο κουρεματάκι στα παιδιά κάτω στη Δροσοπούλου, και τέτοια παραθυράκια χρονικά δε λέει να παν χαμένα. Στα λίγα μέτρα από εδώ που είμαι είναι η αγαπημένη μου μπυραρία, η οποία εκτός των άλλων σερβίρει καταπληκτικό καφέ. Με το αυτοκίνητο εξασφαλισμένο στη Ζακύνθου, γίνομαι πεζός και ανεβαίνω τη Φωκίωνος.

Με το που με βλέπει ο ιδιοκτήτης, που είναι πλέον καλός φίλος, κοιτάει το ρολόι του, σαν να μου λέει ότι είμαι πολύ αργά ή πολύ νωρίς. «Καφεδάκι», του φωνάζω αράζοντας σ’ έναν απ’ τους καναπέδες έξω-έξω, και τον χάνω στιγμιαία από τα μάτια μου καθώς σκύβει κι ανεβάζει τη μουσική. Σταθερή αξία η γειτονιά. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στους μεσημεριανούς και τους βραδινούς πελάτες του μαγαζιού, δεν υπάρχει ανάγκη να μπεις σε λεπτομέρειες για τις προτιμήσεις σου, γευστικές ή μουσικές. Καθόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε τα νέα μας για λίγο, το μισάωρο φεύγει, κι εγώ είμαι καθοδόν για κούρεμα.

Από τη Ζακύνθου παίρνω κάτω την Κυψέλης και στρίβω δεξιά Κεφαλληνίας. Περνάω απέξω από το ΙΚΑ και χαμογελάω που είναι άδειο, γιατί το ‘χω συνδυάσει με ατέλειωτες ουρές τις πρώτες πρωινές ώρες. Σε λίγο, αντιθέτως, ο κόσμος θ’ αρχίσει να μαζεύεται λίγο πιο κάτω, στα δυο θέατρα του δρόμου.

Πιάνω τη Δροσοπούλου κι ενστικτωδώς θυμάμαι ότι σ’ αυτό το ύψος είναι η πολυκατοικία όπου έζησε ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Πλησιάζοντας προς τη Φωκίωνος, βλέπω έναν μπροστινό να ξεπαρκάρει, δώρο εξ ουρανού, και μπαίνω. Θα είμαι στην ώρα μου στο ραντεβού.

Τα παιδιά στο κομμωτήριο πάντα πρόσχαρα. Γρήγοροι αλλά και πολύ καλοί στη δουλειά τους, με τη μουσική στο background να παίζει τα κατάλληλα beats να με κρατάνε σε εγρήγορση. Στο μισάωρο πάνω έχουμε τελειώσει και πληρώνω. Πίσω πάλι στο αυτοκίνητο για τα τελευταία ραντεβού, είμαι πλέον σίγουρος ότι θα τα προλάβω όλα.

Διασχίζω πάλι τη Φωκίωνος από τη Δροσοπούλου κι ανεβαίνω δεξιά τη Λέλας Καραγιάννη. Ο πλέον κατάλληλος δρόμος όταν οδηγείς, γιατί έχεις προτεραιότητα παντού, προσέχοντας πάντα βέβαια για διερχόμενα φαντασματάκια, καθώς οι κανόνες φαίνονται να μην τα πιάνουν. Παρκάρω ψηλά και πετάγομαι για δυο λεπτά στο δεύτερο διαμέρισμα, όπου με περιμένει η άλλη μου ενοικιάστρια για να μου πληρώσει το ενοίκιο. Εκείνη είναι πάντα γελαστή και τυπικότατη, παρ’ όλες τις αντιξοότητες που τις έχει φέρει η ζωή. Αφού τσεκάρω ότι είναι ευχαριστημένη και δεν υπάρχει κανένα θέμα στην πολυκατοικία ή στο διαμέρισμα, τη χαιρετάω και μπαίνω πάλι στο αυτοκίνητο.

Η Λέλας Καραγιάννη μετονομάζεται σε Σκοπέλου μετά το ύψος της Φωκίωνος, κι εγώ στρίβω αριστερά στην Καλογερά, ένα μικρό στενάκι που οδηγεί στην πλατεία Κυψέλης. Παρκάρω έξω ακριβώς από το Πολιτιστικό Κέντρο της Κυψέλης. Καβαλάω το πεζοδρόμιο αλλά ίσα-ίσα, για να είμαι δίκαιος και προς τους πεζούς, και προς τ’ αυτοκίνητα που θα ‘ρθουν, αλλά και προς το αυτοκινητάκι μου σε περίπτωση που θα διέλθει κάποιος ασυνείδητος ή νέος οδηγός.

Η στάση είναι ολιγόλεπτη ούτως ή άλλως, για ξηρούς καρπούς στο καταπληκτικό μαγαζί στην γωνία της πλατείας. Ξαναμπαίνω μέσα στο αμάξι, και βγαίνω στην πλατεία. Κάνω τον κύκλο της και παίρνω την Κύπρου, στο δρόμο για το σπίτι. Περνάω την Αγίας Ζώνης και στρίβω αριστερά στην Επτανήσου, παίρνοντάς την από την αρχή. Για κάποιο λόγο, αυτό είναι το αγαπημένο μου σημείο οδηγώντας στην περιοχή, και κοιτάω πάντα στον καθρέφτη πίσω μου ασυναίσθητα τον τοίχο του Ασύλου Ανιάτων, όπου σταματάει ο δρόμος.

Διασχίζω τη Φωκίωνος για μια τελευταία φορά και βρίσκομαι έξω από το καταπληκτικό ζαχαροπλαστείο. Μια άδεια θέση μου κλείνει το μάτι και μπαίνω στον πειρασμό να μπω για ν’ αγοράσω κάτι, αλλά σκέφτομαι ότι όλα μου ήρθανε κουτί, σ’ αυτή τη δίωρη αποστολή μου, και σαν ανταπόδοση στον εαυτό μου σήμερα θα κρατηθώ.

Κοινοποίηση
aristos@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.