Μια νύχτα, μέσα στο κατακαλόκαιρο, με βρήκε να ψήνομαι σαν αυγό μάτι μέσα στο διαμέρισμά μου. Παρ’ όλο που είχε πια νυχτώσει, ο υδράργυρος δεν έλεγε να πέσει. Κι αυτός ο υπέροχος, δικός μου χώρος, μου φάνταζε σαν κόλαση.

Έκανα φιλότιμες προσπάθειες για να νιώσω λίγη ανακούφιση. Άνοιξα τα παράθυρα, αλλά το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως, με το που άρχισαν να τρυπώνουν μέσα δηλαδή οι ζεστοί αέρηδες και οι άναρθρες κραυγές των γειτόνων μου, όλοι από διαφορετικές φυλές, μέσα από τα ξέφωτα των πολυκατοικιών. Άναψα το air condition, αλλά η ανακούφιση ήταν μόνο πρόσκαιρη· δεν πέρασαν δέκα λεπτά και άρχισα να τρέμω σαν γατί.

Λίγο μετά τις 10 το βράδυ, πήρα την μεγάλη απόφαση. Η μόνη λύση για λίγη δροσιά ήταν να πεταχτώ μέχρι την Φωκίωνος, για ένα δροσερό, ελληνικό λευκό κρασί με τον Αριστείδη. Πετύχαμε ένα ήσυχο τραπεζάκι έξω στον πεζόδρομο, κάτω από την τέντα στο αγαπημένο μας καφέ.

Τι ωραίο συναίσθημα! Πήρα μια βαθιά αναπνοή, έκλεισα τα μάτια κι ένιωσα μια γλυκιά δροσιά να με διαπερνά. Επιτέλους χαλάρωσα, νιώθοντας τον εκνευρισμό της ταλαιπωρίας να περνά στο παρελθόν. Και δεν ήμουν η μόνη. Παρατήρησα τον κόσμο γύρω μας, χαλαρό και ήρεμο, να ρεμβάζει στο πάρκο και να περνάει όμορφα το καλοκαίρι του στο κέντρο της Αθήνας. Ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδάκια, τριαντάρηδες με τα σκυλιά τους, αλλά και πιτσιρικάδες με τα κορίτσια τους. Έλληνες, Αφρικανοί και Ασιάτες. Όλοι εκεί, όλοι μαζί. Φιλήσυχοι και πλήρως εναρμονισμένοι με το χώρο.

Χαμένη μέσα στην πανέμορφη αυτή εικόνα, έπεσε το μάτι μου σε δυο τρίχρονα παιδάκια που παίζαν με μια μπάλα. Το ένα ήταν ένα σγουρομάλλικο, ξανθό Ελληνάκι. Το άλλο, ένα επίσης σγουρομάλλικο, αλλά καταμελάχρινο Αφρικανάκι.

Οι Έλληνες γονείς ήταν καθισμένοι στο διπλανό τραπέζι κι έπιναν το τσιπουράκι τους, τρώγοντας μια ποικιλία. Πρέπει να ήταν γύρω στα 40, από τους καλά στεκούμενους, μ’ ένα άνετο, νεανικό στυλ. Αν έπρεπε να μαντέψω τι δουλειά κάνουν, θα έλεγα γραφίστες. Οι Αφρικανοί γονείς, κάθονταν αγκαλιά λίγο παραπέρα, στο παγκάκι του πάρκου. Μίλαγαν ζωηρά και, κάθε λίγο και λιγάκι, γέλαγαν δυνατά.

Μου άρεσε τόσο πολύ που έβλεπα και τα δυο ζευγάρια ν’ αφήνουν ελεύθερα τα παιδάκια τους ν’ ανακαλύψουν το περιβάλλον. Τα παρακολουθούσαν βέβαια συνέχεια, αλλά από απόσταση. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι θα παρενέβαιναν μόνο εάν αντιλαμβανόντουσαν κάτι επικίνδυνο· χωρίς υστερίες και φωνές, απλά κι αθόρυβα, με ψυχραιμία και σωστούς τρόπους.

«Αχιλλέα, πέτα τη μπάλα και στον Νίκο», άκουσα σε κάποια στιγμή την Ελληνίδα μαμά να λέει στο παιδάκι της με ήρεμο τόνο. «Το παιχνίδι είναι για δύο και ο Νίκος είναι ο φίλος σου».

Ο Νίκος ήταν το χαμογελαστό, τσαχπίνικο Αφρικανάκι, με το πεταχτό του κωλαράκι και τη στρογγυλή κοιλίτσα. Οι λίγες κουβέντες που λέγανε οι δυο μπόμπιρες ήταν εις άπταιστον ελληνική. «Ρίξε τη μπάλα». «Εδώ είμαι». «Πεινάω, μαμά».

Η εικόνα ήταν μαγική. Δύο παιδάκια, διαφορετικών χρωμάτων, να μοιράζονται τις ίδιες κινήσεις, τα ίδια γέλια. Την ίδια μπάλα και την ίδια γλώσσα. Και οι γονείς τους να τα παρακολουθούν απλά και να τα καμαρώνουν. Όταν τα είδα να αποσύρονται από την πλατεία χέρι-χέρι ξεχνώντας τη μπάλα, έπιασα τον εαυτό μου να συγκινείται. Χωρίς να το θέλω έβγαλα αυθόρμητα το κινητό μου να αποθανατίσω τη σκηνή σε μια εικόνα. Μια σκηνή, χίλιες λέξεις.

Συγκινήθηκα με αυτήν την ανθρωπιά, την παντελή έλλειψη συμπλεγμάτων, μικροαστικής νοοτροπίας και νεοπλουτισμού. Με τη συνάντηση και την αγνή συνύπαρξη δυο διαφορετικών εθνικοτήτων, με την αυθόρμητη, χωρίς προσπάθεια ένωση δυο μικρών ανθρώπων. Και θαύμασα πραγματικά την συμπεριφορά και των τεσσάρων γονιών, που ενίσχυαν ένα παιχνίδι χωρίς χρώματα, χωρίς ταμπέλες. Γιατί ενίσχυαν μια αγνή, παιδική φιλία, που ίσως μόλις γεννιόταν.

Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.