Μια νύχτα, μέσα στο κατακαλόκαιρο, με βρήκε να ψήνομαι σαν αυγό μάτι μέσα στο διαμέρισμά μου. Παρ’ όλο που είχε πια νυχτώσει, ο υδράργυρος δεν έλεγε να πέσει. Κι αυτός ο υπέροχος, δικός μου χώρος, μου φάνταζε σαν κόλαση.

Έκανα φιλότιμες προσπάθειες για να νιώσω λίγη ανακούφιση. Άνοιξα τα παράθυρα, αλλά το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως, με το που άρχισαν να τρυπώνουν μέσα δηλαδή οι ζεστοί αέρηδες και οι άναρθρες κραυγές των γειτόνων μου, όλοι από διαφορετικές φυλές, μέσα από τα ξέφωτα των πολυκατοικιών. Άναψα το air condition, αλλά η ανακούφιση ήταν μόνο πρόσκαιρη· δεν πέρασαν δέκα λεπτά και άρχισα να τρέμω σαν γατί.

Λίγο μετά τις 10 το βράδυ, πήρα την μεγάλη απόφαση. Η μόνη λύση για λίγη δροσιά ήταν να πεταχτώ μέχρι την Φωκίωνος, για ένα δροσερό, ελληνικό λευκό κρασί με τον Αριστείδη. Πετύχαμε ένα ήσυχο τραπεζάκι έξω στον πεζόδρομο, κάτω από την τέντα στο αγαπημένο μας καφέ.

Τι ωραίο συναίσθημα! Πήρα μια βαθιά αναπνοή, έκλεισα τα μάτια κι ένιωσα μια γλυκιά δροσιά να με διαπερνά. Επιτέλους χαλάρωσα, νιώθοντας τον εκνευρισμό της ταλαιπωρίας να περνά στο παρελθόν. Και δεν ήμουν η μόνη. Παρατήρησα τον κόσμο γύρω μας, χαλαρό και ήρεμο, να ρεμβάζει στο πάρκο και να περνάει όμορφα το καλοκαίρι του στο κέντρο της Αθήνας. Ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδάκια, τριαντάρηδες με τα σκυλιά τους, αλλά και πιτσιρικάδες με τα κορίτσια τους. Έλληνες, Αφρικανοί και Ασιάτες. Όλοι εκεί, όλοι μαζί. Φιλήσυχοι και πλήρως εναρμονισμένοι με το χώρο.

1
2
Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here