Η Πολυπολιτισμικότητα της Φωκίωνος Νέγρη

Είμαι πραγματικά περήφανη που είμαι κάτοικος Κυψέλης. Με τις καθημερινές, ζωντανές εικόνες που βιώνω στη Φωκίωνος Νέγρη, τολμώ να δηλώσω ότι η πολυπολιτισμικότητα και η αρμονική συνύπαρξη του διαφορετικού που βλέπεις εδώ, δεν υπάρχει σε καμία άλλη περιοχή της Ελλάδας. Αυτό ακριβώς αποτελεί τη σημερινή καρδιά της Φωκίωνος.

Η Αθήνα είναι μια πόλη ιδιαίτερη, όσον αφορά τους κατοίκους της. Κάθε περιοχή και κάθε προάστιο φιλοξενεί τη δική του «φυλή», με τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά, που σου δίνουν μια επίπεδη αίσθηση ομοιομορφίας, ίσως και ανιαρής τελειότητας σε κάποιες περιπτώσεις. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις εικόνες των κατοίκων των Βορείων και Νοτίων προαστίων. Όταν περπατάς, όμως, στη Φωκίωνος Νέγρη, αυτή η αίσθηση ομοιομορφίας εξανεμίζεται. Σ’ αυτήν τη γειτονιά, δεν υπάρχουν στερεότυπα.

Εδώ, ο ογδοντάχρονος παππούς, με το Montgomery παλτό και την τραγιάσκα, συνομιλεί με δύο έφηβους νέγρους και τους ρωτάει για το σχολείο τους. Η παλιά αριστοκρατική Κυψελιώτισσα, που ψωνίζει σε ακριβό μαγαζί ένα καπέλο, δίνει συμβουλές σε μια Αλβανίδα για το πώς να βρει δουλειά. Οι αλλοδαποί, που μεγάλωσαν και σπούδασαν εδώ, βγαίνουν στις καφετέριες και διασκεδάζουν, συνυπάρχουν, συμπορεύονται και παντρεύονται με τους Έλληνες.

Παιδάκια όλων των χρωμάτων παίζουν χέρι-χέρι στους κήπους του πεζοδρόμου. Έλληνες και ξένοι βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα και χαιρετιούνται ως γνωστοί από το γυμναστήριο. Ασιάτες αράζουν στα δικά τους μαγαζιά και χαιρετάνε εγκάρδια τις οικογένειες που μένουν στους επάνω ορόφους της πολυκατοικίας τους και βγαίνουν για τη βόλτα τους. Όλοι μαζί, μια πολύχρωμη οικογένεια, σ’ έναν δρόμο-ψηφιδωτό, που διαχειρίζεται όλα τα μέλη της με σεβασμό και αγάπη και που επιτρέπει στον καθένα να βάζει το προσωπικό του κομματάκι στο σημείο που του αρμόζει.

Ίσως το φυσικό τοπίο να παίζει καταλυτικό ρόλο στην φιλειρηνική αυτή ατμόσφαιρα του πεζόδρομου. Ίσως να είναι το πάρκο, οι διαφορετικές ηλικίες και τα κατάμεστα μαγαζιά. Ίσως η αρμονία στο παιχνίδι των παιδιών. Ίσως όλα αυτά μαζί να δημιουργούν αυτή την αίσθηση της ασφάλειας και της ηρεμίας που συμβάλλει στη διαμόρφωση του όμορφου τοπίου, όπου κυριαρχεί το ετερόκλητο.

Φυσικά, αυτή η εικόνα δεν είναι ενιαία σε όλη την Κυψέλη. Ασφαλώς και υπήρξαν κάποια δύσκολα χρόνια προσαρμογής και αποδοχής του ξένου στοιχείου. Σαφώς κάποια στιγμή αυξήθηκε η εγκληματικότητα λόγω μιας μερίδας των νεόφερτων κατοίκων. Και σίγουρα υπάρχουν ταξικές διαφορές, ακόμα και σήμερα. Όμως η γειτονιά αυτή λειτουργεί σαν αλεξικέραυνο στις αντιθέσεις και τις συμφιλιώνει.

Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται για τους λόγους που η περιοχή συχνά φαντάζει σαν «καταφύγιο των μεταναστών», που έχει αποδεχθεί την συνύπαρξη όλων των εθνοτήτων περισσότερο από κάθε άλλη. Και κάνω διάφορα σενάρια.

Ίσως έχει να κάνει με την εγκατάλειψη της Κυψέλης από τους Έλληνες. Η περιοχή σχεδόν ερήμωσε στη δεκαετία του ’80, όταν οι κάτοικοί της τράπηκαν σε φυγή για να μεταφερθούν σε πιο υγιή περιβάλλοντα, μακριά από το καυσαέριο. Ήταν τότε, που κυριάρχησε η μόδα της «μετανάστευσης» προς τα προάστια. Τα σπίτια της Κυψέλης άδειασαν και ξεκίνησε η επέλαση των αλλοδαπών.

Μετανάστες φτωχότερων χωρών εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, άνοιξαν τα μαγαζάκια τους, τα κομμωτήριά τους, και τα μικρά μπαράκια τους. Έφεραν το δικό τους τοπικό στοιχείο στην περιοχή, έστειλαν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία. Σε μια περιοχή που οι ιδιοκτήτες των ακινήτων παρέδωσαν τα κλειδιά τους στους αλλοδαπούς, παρέδωσαν και την περιοχή στα χέρια τους. Ήταν φυσικό να χτιστεί ένας καινούργιος τόπος, όπου ο ξένος, ανάμεσα σε ξένους, ένιωθε λιγότερο διαφορετικός και ανάμεσα στους Έλληνες λιγότερο αποκλίνων.

Ίσως πάλι να μην σχετίζεται με τους παλιούς κατοίκους της Κυψέλης που έφυγαν, αλλά μ’ αυτούς που έμειναν. Η περιοχή, από τη δημιουργία της, κατοικείτο πάντα από μια πραγματικά αστική τάξη, και ίσως αρκετοί εκπρόσωποί της να μην εγκατέλειψαν ποτέ την αγαπημένη τους Κυψέλη και να συνέβαλαν στην αρμονική αφομοίωση του διαφορετικού στοιχείου, όντας το πλέον καλλιεργημένο κι άξιο κοινό για να το σεβαστεί.

Γιατί η πραγματική αστική τάξη δεν έχει σχέση με τους νεόπλουτους και τους οπισθοδρομικούς. Δεν έχει σχέση με την κουλτούρα των επαρχιωτών και των προσφύγων που κατέκλυσαν άλλες περιοχές της Αθήνας, ή με την νοοτροπία του δήθεν. Είναι η τάξη που εστίασε στο πνεύμα και στην ποιότητα, η τάξη που άσκησε εμπράκτως τη διανόησή της, και ενασχολήθηκε με τις τέχνες, τα γράμματα, την πολιτική και την κουλτούρα. Είναι η τάξη που είχε την οικονομική άνεση να ζει στα ευρύχωρα, πολυτελή διαμερίσματα της Κυψέλης, χωρίς να ορίζει τον εαυτό της βάσει του οικονομικού της status. Μια τάξη καλλιεργημένη, που δεν αναλώθηκε στην ελληνική ροπή του κουτσομπολιού, του «τί κάνει ο απέναντι». Μια τάξη που είχε το κεφάλι ψηλά.

Αυτοί οι άνθρωποι, παρά την όποια όχληση και λύπη τους να βλέπουν την περιοχή τους να ερημώνει και να ρημάζει από κάθε καρυδιάς καρύδι μετανάστη, κράτησαν το ανάστημα ορθό, με το δικό τους τρόπο. Μπορεί οι λαοί που ήρθαν να έφεραν δικά τους ήθη κι έθιμα, να γέμισαν τα διαμερίσματα ασφυκτικά ζώντας σε άθλιες συνθήκες, και να σκόρπισαν μυρωδιές curry και λιβανιού στις πολυκατοικίες υποβαθμίζοντας τα κάποτε πολυτελή διαμερίσματα. Αλλά η γενιά που υπήρξε μάρτυρας αυτής της βίαιης μεταμόρφωσης μιας άλλοτε υπέροχης περιοχής, ήταν η πιο κατάλληλη για να υποδεχτεί το διαφορετικό, να το κατανοήσει και εν τέλει να το βοηθήσει να αφομοιωθεί. Αυτή η γενιά ήταν ο πραγματικός στυλοβάτης της Κυψέλης, αυτή που ποτέ δεν εγκατέλειψε τον τόπο της. Ακόμα και κατ΄ ανάγκη, έμαθε να ζει και να συνυπάρχει με τους ξένους.

Γι’ αυτό ο καλοβαλμένος παππούς με την τραγιάσκα, η ηλικιωμένη στιλάτη κυρία και τα παιδιά αυτών δεν έμειναν στην πικρία και στη χολή του διαφορετικού. Σε πολλές περιπτώσεις ήρθαν κοντά τους και νίκησαν την απειλή που σίγουρα αρχικά θα ένιωθαν, με αρωγούς τη γνώση και την παιδεία τους. Η τάξη αυτή δεν στιγμάτισε τους ξένους ως κακοποιούς. Κατανόησε την προέλευσή τους, την ένδεια και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και έμαθε να μοιράζεται την ίδια γειτονιά αρμονικά.

Αυτή η αστική τάξη είναι που δίνει ακόμα μια αίγλη στην περιοχή. Μια περιοχή, που όπως άκουσα από μια φίλη, γέρασε με τους κατοίκους της. Ίσως τελικά δεν γέρασε. Ίσως απλά άλλαξε, υποβαθμίστηκε και μεταμορφώθηκε.

Και σήμερα, μέσα στην κρίση, υποδέχεται με χαρά όσους γυρνάνε να μείνουν στα πατρικά τους. Υποδέχεται καλλιτέχνες που έλκονται από τα υπέροχα ρετιρέ στο κέντρο της πόλης, υποδέχεται Έλληνες και ξένους που αναμειγνύονται και συνυπάρχουν όπως σε κάθε προηγμένη ευρωπαϊκή πόλη. Όλους αυτούς που μαζί κεντάνε το πολύχρωμο αυτό χράμι μιας γειτονιάς πραγματικά διαφορετικής, που με μαγεύει καθημερινά.

Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.