Το υπέροχο κιόσκι με την κρεμαστή μπουκαμβίλια μέσα στο πράσινο φόντο με μεταφέρει μακριά. Λες και δεν βρίσκομαι στο κέντρο της βρώμικης Αθήνας. Λες και βρίσκομαι σ’ έναν περιποιημένο κήπο ενός ανακτόρου, που ακόμα και αν φαντάζει λίγο παραμελημένος, δεν παύει να είναι μαγευτικός.

Περνάω μπροστά από αμέτρητες καφετέριες. Από μαγαζιά, ταβέρνες, μοντέρνα εστιατόρια. Σουβλατζίδικα, ζαχαροπλαστεία, και ντονατσάδικα. Κόσμος όπου κι αν κοιτάξω, αλλά κόσμος χαλαρός, ήρεμος. Τα πρόσωπα εδώ δεν βγάζουν τον ασυγκράτητο νευρωτισμό του Αθηναίου περπατητή, αυτόν που νιώθεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκραγεί από την ασφυκτική πίεση που τον βασανίζει και να ξεσπάσει όλο το μένος του κόσμου πάνω σου. Το φυσικό τοπίο σίγουρα επιδρά στις ψυχές των ανθρώπων. Στο πάρκο της Φωκίωνος, τα παιδάκια παίζουν και οι γονείς γελάνε, τα σκυλάκια αλωνίζουν και οι νέοι βολτάρουν χωρίς πυξίδα και προορισμό.

Χαζεύω τα αγάλματα και κοντοστέκομαι μπροστά στην εντυπωσιακή «Κόρη σε έκσταση». Λίγο πιο πάνω, χαζεύω το θρυλικό άγαλμα του «Σκύλου», το σήμα κατατεθέν της Φωκίωνος για μένα και για πολλούς ακόμα. Είναι τόσο ζωντανό, πραγματικός φύλακας άγγελος του μέρους, που νιώθω ότι είναι έτοιμος να μου μιλήσει.

Η ανηφόρα έχει αρχίσει και παίρνει δύσκολη κλίση. Αρχίζει να μου φαίνεται ατελείωτη και νιώθω ότι λαχανιάζω. Η Φωκίωνος των 650 μέτρων, φαντάζει σαν δρόμος άπειρων χιλιομέτρων. Κι έχω δρόμο ακόμα ως την πλατεία Κυψέλης. Σκέφτομαι όμως την επιστροφή, που είναι πάντα πιο απλή και σύντομη, και συνεχίζω.

Επιβραδύνω τον βηματισμό μου για να κρυφοκοιτάξω την Δημοτική Αγορά, με βλέμμα νοσταλγικό. Μακάρι να την αξιοποιούσαν κάποτε όπως της αξίζει. Ακούω τον ήχο νερών που ρέουν από κάτω, και αντανακλαστικά νιώθω μια έντονη δροσιά. Θυμάμαι τον αριστοκρατικό παππούλη με την τραγιάσκα που μου είχε αφηγηθεί πριν από μερικά χρόνια πως η Φωκίωνος διαμορφώθηκε τη δεκαετία του ‘30 πάνω σ’ ένα παλιό ρέμα που κατέβαινε από τα Τουρκοβούνια. Από τότε, κάθε φορά που ακούω τα νερά στο σημείο αυτό, τον φέρνω στο νου μου.

Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, έχω προχωρήσει. Βλέπω ξαφνικά την Άννα μπροστά μου να βγαίνει από το μαγαζί της. «Άραξε λίγο να ξαποστάσεις, σου φέρνω νερό». Κάθομαι στα υπέροχα ξύλινα καθίσματα που έχει, έξω στον πεζόδρομο, και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Φεβρουάριος, κι ο ήλιος είναι υπέροχος. Νιώθω τη χαρακτηριστική δροσιά που βρίσκεις παντού στον πεζόδρομο να με ανακουφίζει.

Η αναπνοή μου είναι καθαρή, όπως και το μυαλό μου. Ένα παιδάκι παίζει μπροστά μου ανέμελο. Χαμογελάω. Δυο τετράγωνα μείνανε, σκέφτομαι. Νιώθω τυχερή που είμαι κάτοικος Κυψέλης και έχω την πολυτέλεια να χαίρομαι τη Φωκίωνος Νέγρη σχεδόν κάθε μέρα. Γιατί μια βόλτα εδώ είναι μια βαθιά αναπνοή στη ζωή.

1
2
Κοινοποίηση
marina@fokionos.com

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here